Τότε καταφθάνουν στη μικρή πρωτεύουσα κτίστης Μ. Σιγάλας και ο ξυλουργός Γ. Δαμίγος.
Όταν τελείωσαν τα πρώτα τους έργα λέγεται ότι επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην γενέτειρα
τους την Ανάφη. Ο Όθωνας αντιλαμβανόμενος την αναγκαιότητάς τους, πρότεινε να
φέρουν και την οικογένειά τους να ζήσει στην Αθήνα. Το θέλγητρο ήταν οι «εργολαβίες» σε πολλά έργα μέσα στην πόλη.
Όταν έφθασε η αδελφή του ενός μάστορα λέγεται πως ο αδελφός της
ρώτησε που θα ήθελε να έχουν το σπίτι τους. Εκείνη με ένα βλέμμα είδε τα βόρεια
βράχια της Ακρόπολης. Της θύμισε την Ανάφη και ζήτησε να το φτιάξουν εκεί.
Η περιοχή κάτω από την Ακρόπολη ονομάζονται επί
Τουρκοκρατίας Μαύρες Πέτρες. Στα αρχαία χρόνια δεν επιτρέπονταν η κατοίκηση
εκεί εξαιτίας ενός χρησμού του Μαντείου των Δελφών. Κατά τον Πελοποννησιακό
Πόλεμο εγκαταστάθηκαν εκεί αθηναίοι για να προστατευτούν. Αν και προεπαναστατικά
κατοικούνταν από δούλους από την Αίγυπτο, μετά την απελευθέρωση απαγορεύθηκε
και πάλι η ανοικοδόμηση λόγω αρχαιολογικών ανασκαφών.
Το 1860 οι δυο αναφιώτες πρωτομάστορες κτίζουν δυο μικρά
σπιτάκια πίσω από τον Άγιο Νικόλαο του Ραγκαβά. Οι δυο τεχνίτες ήταν οι απαραίτητοι
για μια οικοδομή. Έτσι ο ένας βοήθησε να κτιστεί το σπίτι του άλλου στον ίδιο
χώρο δίπλα – δίπλα. Τα σπίτια τους μικρά
χωρίς πολυτέλειες θύμιζαν τον κυκλαδίτικο αέρα της πατρίδας τους. Μαζί με τις οικογένειές
τους έφτασαν σιγά – σιγά στη περιοχή και άλλοι Κυκλαδίτες μάστορες. Κάποιος από
αυτούς είχε συγκεντρώσει υλικά με το πρόσχημα να φτιάξει μια εκκλησία. Τελικά
έστησε ένα μικρό σπιτάκι. Όπως ήταν φυσικό σε μικρό χρονικό διάστημα ο ένας Αναφιώτης
έφερνε τον άλλο, και έτσι δημιουργήθηκε ένας μικρός οικισμός. Παρότι φυσικά η
όλη δημιουργία της συνοικίας ήταν αυθαίρετη, η εξουσία έκανε τα στραβά μάτια γιατί είχε
ανάγκη τους καλούς νησιώτες μαστόρους.
Οι Αναφιώτες συντηρούν τότε και δυο μερικώς ερειπωμένες
εκκλησίας της περιοχής. Ο Άγιος Γεώργιος
του Βράχου και ο Άγιος Συμεών, αναστηλώθηκαν, διασκευάστηκαν και απέκτησαν
νεόκτιστα καμπαναριά. Έκτοτε οι δυο εκκλησίες «χώρισαν» του κατοίκους των
Αναφιώτικων σε δυο ενορίες.
Μέχρι το 1922 τα Αναφιώτικα είχαν αμιγή οίκηση και
χαρακτήρα. Με την έλευση μικρασιατών προσφύγων ήταν λογικό να αλλάξει ριζικά η
σύνθεση του πληθυσμού. Οικοδομικά βέβαια κατάφερε να διατηρήσει όλη η συνοικία
τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που επιβάλλονταν να γίνουν το
1950 αναγκάζουν σε κατεδάφιση ενός μεγάλου μέρους των Αναφιώτικων. Από το 1970
πραγματοποιούνται εκτεταμένες απαλλοτριώσεις από το Υπουργείο Πολιτισμού. Μαζί
με τα ανασκαφικά έργα, επιβάλλονται τότε διευθετήσεις κάποιων οδών που δεν υπήρχαν
και έργα κοινής ωφέλειας (αποχέτευσης). Η κήρυξη των Αναφιώτικων ως διατηρητέου
ιστορικού οικισμού σώζει πολλά κτίσματα. Πολλά που δεν μπορούσαν να συντηρηθούν
ή δεν είχαν κληρονόμους πέρασαν στην δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού.
Ωστόσο η έλλειψη πόρων και θέληση τα οδήγησε να είναι ετοιμόρροπα.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου