Μάρμαρα Αθηναϊκά


Το μάρμαρο είναι ίσως το πιο γνώριμο οικοδομικό υλικό της Αθήνας. Από την «μακρινή» Πεντέλη κατηφόριζε με χίλιους δυο τρόπους και μεθόδους στο κλεινόν άστυ. Εκεί το πελέκαγαν, το δούλευαν και του έδιναν μορφή σχήμα και συμβολισμό. Παρότι δύσκολο στην δούλεψή του έφθανε μέχρι τα ορεινά της Ακρόπολης για να στολίσει με την λευκότητα του τον γαλάζιο αττικό ουρανό.
Με τον καιρό μικρά και μεγάλα μάρμαρα της παλιάς εποχής έγιναν το υλικό για την οικοδόμηση της νέας πόλης. Νέα σπίτια από τα παλιά ερείπια, και κόνιαμα από τις μαρμάρινες πέτρες, είναι τα συνήθη υλικά για δημιουργία στην Αττική γη.
Ακόμα και όταν η πόλη μεγάλωσε και έγινε ευρωπαϊκών επιπέδων το μάρμαρο συνέχισε την ατέλειωτη ιστορία μέσα στην πόλη. Μαρμάρινα γλυπτά για τους ελεύθερους χώρους, και δωρικές κολώνες σε ένα πρώιμο νεοκλασικό ρυθμό. Ακόμα και οι δρόμοι συνέχισαν να είναι στρωμένοι με τα γνώριμα αττικά υλικά. Η περίφημη τεχνική του Πικίωνη έδενε το παλιό με το νέο γύρω από το ιερό βράχο. Ενώ τα μαρμάρινα ρείθρα κοσμούσαν τις λευκές παρυφές των πεζοδρομίων και έλαμπαν όσο μπορούσαν στο γκρίζο της πόλης.
Αυτά ήταν και οι τελευταίοι απόγονοι του γνήσιου κλασικού πεντελικού μαρμάρου στην πρωτεύουσα. Τα περισσότερα έχουν τοποθετηθεί περί τα μέσα της δεκαετίας του `50. Είχαν περί το ένα μέτρο μήκος, έστεκαν σε βάθος 30 πόντων και χρειαζόντουσαν τουλάχιστον δυο άτομα για να μετακινηθούν.
Στην τσιμεντένια μαζικότητα της πόλης τα μαρμάρινα ρείθρα ήταν ίσως το τελευταίο κομμάτι της νεοκλασικής Αθήνας που προσπαθούσε να αντισταθεί. Η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων και οι πεζοδρομήσεις οδήγησαν πολλά από αυτά στο χρονοντούλαπο την αθηναϊκής ιστορίας. Δεν ήταν λίγοι εκείνον τον καιρό οι μηχανικοί και πολεοδόμοι, που χαρακτήριζαν έγκλημα την συγκεκριμένη ενέργεια. Γιατί πολύ απλά αφαιρούνταν ένα διαχρονικό πολεοδομικό στοιχείο της πόλεως. Παρά τις αντιδράσεις, τα τσιμεντένια ρείθρα ξηλώθηκαν, και όπως λέγεται μοσχοπουλήθηκαν στην συνέχεια από τους αναδόχους των έργων (μιας και επρόκειτο για ατόφιο κομμάτι μαρμάρου). Στην θέση τους μπήκαν τα τυποποιημένα τσιμεντένια ή από γρανίτη τελειώματα στα πεζοδρόμια.
Πρόσφατα οι αναπλάσεις οδοποιίας που πραγματοποιούνται στο ιστορικό κέντρο εμφάνισαν για άλλη μια φορά το πρόβλημα. Δυστυχώς και πάλι τα μαρμάρινα ρείθρα αφαιρέθηκαν χάριν της πολεοδομικής ομοιογένειας…
Αυτό ίσως είναι το πιο απλοϊκό παράδειγμα για το πώς η πολύ χάνει διαρκώς την εικόνα της χωρίς να το καταλαβαίνει. Γιατί μπορεί ο γρανίτης να είναι ωραίος και καθαρός, παραμένει όμως μακριά από την νεοκλασική εικόνα και ιστορία της Αθήνας.

Δ. Μπέης "Ο τελευταίος δήμαρχος των Αθηναίων"


Οι δημοτικές εκλογές τον Οκτώβριο του 1978 διεξάγονται στην Αθήνα σε ένα έντονο πολιτικά μεταπολιτευτικό σκηνικό. Το ΚΚΕ κατεβάζει ως υποψήφιο τον Μίκη Θεοδωράκη. Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη πρότεινε τον δημαρχιακό γόνο Γ. Πλυτά. Το ΠΑΣΟΚ αποφασίζει τελευταία στιγμή να στηρίξει την υποψηφιότητα ενός ήδη πετυχημένου στην τοπική αυτοδιοίκηση. Έτσι επιλέχτηκε ο μέχρι τότε πετυχημένος δήμαρχος Ζωγράφου Δημήτρης Μπέης.
Ο συνδυασμός του Μ. Θεοδωράκη «Αθήνα: Ενότητα – Αναγέννηση – Αλλαγή» συγκέντρωσε τελικά στο πρώτο γύρω ποσοστό 16,31%. Κατά τον πρώτο γύρο ο συνδυασμός του Δ. Μπέη «Αθήνα – Αναγέννηση» συγκέντρωσε ποσοστό 40,63%, ενώ ο κύριος αντίπαλός του, ο Γ. Πλυτάς με το συνδυασμό «Αθηναϊκή Κίνηση», έφτασε το 42,35%. Στο δεύτερο γύρο οι προτιμήσεις στον Δ. Μπέη έφτασαν στο 57,22%, ενώ ο αντίπαλος του έμεινε στο 42,78%.
Η εκλογή Μπέη για τον Δήμο Αθηναίων δεν σήμαινε απλά την αλλαγή δημάρχου για την Αθήνα. Αλλά την επερχόμενη πολιτική αλλαγή με την συνεχώς αυξανόμενη επιρροή του νέου τότε ΠΑΣΟΚ.  Ωστόσο, ο ίδιος ο Μπέης απέφυγε να δώσει πολιτικά χρώματα και στίγματα τα χρόνια της δημαρχίας του. Ανοιχτός και προσιτός ο ίδιος θέλησε να είναι κοντά στον δημότη. Όπως διαρκώς τόνιζε ο δήμαρχος είναι εργαζόμενος όλο το 24ωρο αλλιώς δεν είναι δήμαρχος. Ο γνήσιος χαρακτήρας και η ειλικρίνεια του ήταν ίσως αυτά που έκαναν τον Δημήτρη Μπέη συμπαθή, όχι μόνο στους δημότες αλλά και σε ένα ευρύτερο πολιτικό φάσμα.
Οραματιστής και φιλόδοξος θέλησε να δώσει την δική του χροιά στην τοπική αυτοδιοίκηση, προσπαθώντας να πραγματοποιήσει την πολυπόθητη αποκέντρωση. Εξάλλου ο ίδιος ήταν ενεργό μέλος της επιτροπής που μετά από πολλά χρόνια αναθεώρησε τον Δημοτικό & Κοινοτικό Κώδικα.
Πρωτοπορώντας στο Δήμο Αθηναίων ίδρυσε τις Προσωρινές Συνοικιακές Επιτροπές, ενώ αργότερα θεσπίστηκαν επίσημα τα Δημοτικά Διαμερίσματα που ισχύουν μέχρι σήμερα. Σε εμβρυακό στάδιο δημιουργήθηκε η δημοτική αστυνομία με κύρια καθήκοντα τότε τον έλεγχο καθαριότητας και τα μέτρα ευταξίας.

Το τέλος του Δακτυλίου


Η πετρελαϊκή κρίση και η αύξηση των οχημάτων στο κέντρο της Αθήνας έκαναν την κυβέρνηση Καραμανλή το καλοκαίρι το 1979 να θεσπίσει έκτακτα μέτρα εξοικονόμησης καυσίμων. Έτσι θεσπίζεται ο όρος του «Δακτυλίου της Αθήνας» στα όρια του οποίου περιορίζονταν η κίνηση των οχημάτων.
Το 1982 η κυκλοφοριακή συμφόρηση και οι αυξημένες τιμές νέφους καθιερώνουν το σύστημα του Δακτυλίου και της «εκ περιτροπής κίνησης των οχημάτων» με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου του Υπουργικό Συμβούλιο. Επισήμως νομοθετείται βέβαια ένα χρόνο αργότερα με τον νόμο 1327. Από τότε κάθε Σεπτέμβρη ο εκάστοτε Υπουργός Συγκοινωνιών ή Μεταφορών έθετε την ετήσια ισχύ και λήξη του μέτρου.

Ο Στρατός έμεινε...άγαλμα!


Το Γουδή έχει ταυτιστεί ιστορικά με το συνώνυμο Κίνημα του 1906. Η ύπαρξη των στρατώνων Ιππικού χαρακτηρίζει την περιοχή και της δίνει έναν αέρα ειδικής ζώνης. Οι Ίλες στα μέσα του περασμένου αιώνα καταργήθηκαν. Ένα μέρος τους το κατέλαβε τότε ο Ιππικός Όμιλος, μαζί με μικρότερα κτίρια της Στρατιωτικής Διοίκησης Αθηνών. Μια ευρύτερη περιοχή από του Ζωγράφου μέχρι τη «Σωτηρία» και τα όρια του Υμηττού χαρακτηρίζεται στρατιωτική ζώνη. Τότε ξεφυτρώνουν εκεί τα στρατιωτικά νοσοκομεία. Το τελευταίο ιστορικό στίγμα για το Γουδή καταγράφεται τον Απρίλιο του 1967 με τα τεθωρακισμένη να κατηφορίζουν από εκεί για το κέντρο της πόλης.
Από την μεταπολίτευση και μετά οι στρατιωτικές μονάδες στο Γουδή άρχισαν να λιγοστεύουν αριθμητικά αλλά και από άποψη δυναμικού. Δεν ήταν μόνο το πνεύμα «αποχουντοποίησης» που επικρατούσε εκείνο τον καιρό στην Αθήνα. Αλλά και η οικιστική αύξηση της πρωτεύουσας, με την δημιουργία του στρατοπέδου Αυλώνας ως το μεγαλύτερο της Αττικής.
Τα στούντιο της ΥΕΝΕΔ στο χώρου του Μηχανικού ήταν ίσως η αρχή για την μερική αποστρατικοποίηση του Γούδη. Την συνέχεια έκανε η μετεγκατάσταση της άλλοτε Σχολής Αστυφυλάκων και η δημιουργία του Υπουργείου Δικαιοσύνης.  
Στα τέλη του `80 τα τελευταία τάγματα Μηχανικού και Μεταφορών που βρίσκονται στο Γουδή εγκαθίσταται εκτός Αθήνας. Τον Μάιο του 1993 ένα μέρος του παλαιού στρατοπέδου μετατρέπεται σε πάρκο ανοικτό για το κοινό. Παλιά αεροπλάνα, στρατιωτικά οχήματα και τεθωρακισμένα βρίσκουν χώρο μέσα σε ένα μεγάλο κήπο με παχύ ίσκιο και γρασίδι. Ένας χώρος που κατέγραψε τη σύγχρονη πορεία του ελληνικού στρατού δεν ήταν δυνατόν να αποχαρακτηριστεί παντελώς. Όπως φαίνεται το Πεντάγωνο φιλοδοξούσε εκείνα τα χρόνια να μετατρέψει το Γουδή σε ένα ένα είδος στρατιωτικού Μαυσωλείου. Δεν είναι μόνο ο βαρύγδουπος τίτλος «Πάρκο Ελληνικού Στρατού» που του δόθηκε, μαζί με την στρατιωτική πύλη στο πάρκο που το κάνουν σαφές. Αλλά και η επιθυμία κάθε Υπουργού Εθνικής Άμυνας να εγκαινιάζει και από ένα μνημείο πολεμικού περιεχομένου μέσα στο μεγάλο πάρκο έτσι ώστε να αφήνει το στίγμα της ηγεσίας τους. Έτσι μετά από τις λιτές μαρμάρινες πλάκες με τα ονόματα

Βρύσες, κρήνες και νερό νεράκι...



Από την νεολιθική εποχή ακόμα η Αττική είχε χαρακτηριστεί ως τόπος ελάχιστων βροχοπτώσεων. Συνέπεια αυτού ήταν οι λιγοστοί ποταμοί και πηγές που έκαναν πάντα το πρόβλημα της λειψυδρίας έντονο. Στην αρχαία Αθήνα η υδροδότηση των κατοίκων γίνονταν κυρίως από το νερό που ανάβλυζε από πηγές σε Ιλισό και Ηριδανό. Στα βουνά του λεκανοπεδίου είχαν κατασκευαστεί μικρά υδραγωγεία έτσι ώστε να δίνουν νερό στο άστυ. Περίφημα υδραγωγεία ήταν το Πελασγικό και του Θησέα που έφερναν νερό από την Πεντέλη. Επί Πεισίστρατου γίνονται συγκροτημένα έργα υπόγειου υδραγωγείου και έτσι διοχετεύεται νερό από τον Υμηττό στην πόλη.
Εκτός από το νερό που κατέβαζαν τα ποτάμια της Αθήνας χρησιμοποιούνταν και διάφορες κρήνες. Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου ότι μόνο μέσα στην Αρχαία Αγορά υπήρχαν οκτώ φρέατα. Ένας από τους επιφανείς νεροκουβαλητές της εποχής ήταν ο Κλεάνθης ο Φρεάτλης, ο μετέπειτα στωικός.