Στους νικητές
τραγικών αγώνων η αθηναϊκή δημοκρατία είχε θεσπίσει να δίνονται έπαθλα. Αυτά τοποθετούνταν επάνω
σε τρίποδα. Τους τρίποδες του τοποθετούσαν σε βάσεις και αφιερώνονταν στους θεούς.
Από το Θέατρο του Διονύσου μέχρι την Αγορά ο φαρδύτερος δρόμος της αρχαίας
Αθήνας είχε πάρει την ονομασία οδός Τριπόδων. Και τούτο γιατί από τον 5ο
αιώνα π.χ. και μετά έχτιζαν κατά μήκος της οδού χορηγικά μνημεία που είχαν πάνω
τους τρίποδες από δραματικούς αγώνες. Έτσι η μεγαλοπρεπέστερη οδός της πόλης
ονομάστηκε οδός Τριπόδων.
Σήμερα το
μόνο χορηγικό μνημείο που σώζεται από τους Τρίποδες είναι το Μνημείο του
Λυσικράτους στους ανατολικούς πρόποδες της Ακρόπολης. Ο χορηγός Λυσικράτης ήταν
γιος του Λυσιθείδου και κατάγονταν από τον δήμο Κικυνέων της Ακαμαντίδας φυλής.
Το 334 π.Χ. νίκησε σε αγώνα χορού παιδιών της Ακαμαντίδας φυλής, και έτσι για
να τιμήσει το γεγονός έστησε χορηγικό μνημείο στην οδό Τριπόδων.
Το μνημείο
αποτελείται από τετράγωνη βάση από πωρόλιθο ύψους 3 μέτρων, πάνω στην οποία υψώνεται
κομψό κυκλικό οικοδόμημα με μορφή ναΐσκου, που έχει 6 ημικίονες κορινθιακού
ρυθμού από πεντελικό μάρμαρο. Στο επάνω μέρος έχει μικρή ζωοφόρο με σκηνές από
το μύθο της αιχμαλωσίας του Διονύσου από Τυρρηνούς πειρατές. Μονόλιθική στέγη
με φυλλατή την άνω επιφάνεια που στην κορυφή με βάση μορφής ακάνθου ήταν
τοποθετημένος ο χάλκινος τρίποδας.
Κατά τους βυζαντινούς
χρόνου λέγονταν «λύχνος ή καντήλι του Δημοσθένους», γιατί πίστευαν ότι εκεί
έμεινε για ένα διάστημα ο Δημοσθένης. Ο ισχυρισμός αυτός έχει επικρατήσει μέχρι
της μέρες μας και έτσι πλέον το Μνημείο του Λυσσικράτους αποκαλείται Φανάρι του
Διογένη.
Το 1658
ιδρύθηκε στην περιοχή μονή Καπουτσίνων που αγόρασε το μνημείο και την γύρω
περιοχή από έλληνα. Στην αρχή ο ιδιοκτήτης αρνούνταν να βάλει σε αγοραπωλησία
το μνημείο. Όμως μετά την επέμβαση του Τούρκου Καδή δόθηκε στους μοναχούς με
την αιτιολογία να μην καταστραφεί. Οι μοναχοί χρησιμοποιούσαν το μνημείο ως
αναγνωστήριο και βιβλιοθήκη μετακινώντας έναν ορθοστάτη για να ανοίξουν είσοδο.
Το 1810 στην
Μονή αυτή έμεινε ο Λόρδος Βύρωνας όταν επισκέφτηκε για δεύτερη φορά την Αθήνα.
Λέγεται μάλιστα ότι το 1818 στον κήπο γύρω από το μνημείο φυτεύτηκαν για πρώτη
φορά ντομάτες με σπόρους που έφερε ο ηγούμενος από το εξωτερικό. Τότε υπήρχαν
στο κήπο της Μονής και πολλά μνήματα διαφόρων ξένων.
Το 1829 ένας περιηγητής
έλαβε άδεια από του Τούρκους για να πάρει το μνημείο. Τελικά όμως το άφησε
γιατί ήταν πολύ βαρύ. Αρπαγή προσπάθησε και ο περιβόητος Λόρδος Έλγιν αλλά τον εμπόδισαν
οι καπουτσίνοι μοναχοί. Το 1878 γίνεται έρευνα από τους γάλλους Μπουλανζέ και
Ποττιέ για την αναστήλωση του μνημείου, που τελικά έγινε από το Θεόφιλο Χανσέν.
Μετά την
Επανάσταση του 1821 το κτίριο της μονής των καπουτσίνων είχε επισκευαστεί. Το 1892
η Γαλλική Κυβέρνηση παραχωρεί στο Ελληνικό Δημόσιο όλο τον χώρο της μονής που
κατεδαφίστηκε μαζί με το Μνημείο του Λυσικράτους. Ως αντάλλαγμα δόθηκε τότε οικόπεδο
στο τέρμα της οδού Σίνα όπου σήμερα βρίσκεται το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών.
Σήμερα το
Μνημείο του Λυσικράτη ή Φανάρι του Διογένη Σήμερα, είναι το αρχαιότερο σωζόμενο
οικοδόμημα του ρυθμού αυτού και το καλύτερα σωζόμενο χορηγικό μνημείο. Βρίσκεται
στο κέντρο της Πλακάς δίπλα στην ομώνυμη Πλατεία Λυσικράτους και στην νεότερη αλλά ιστορική οδού Τριπόδων.